Δευτέρα 14 Μαρτίου 2011

Ο κόσμος των μικρών

Ο Κορνήλιος περπατούσε με το γνώριμο νωχελικό του βάδισμα στους δρόμους της μητρόπολης. Σε μια έξαρση παραξενιάς είχε πάρει μαζί του και ένα μπαστουνάκι, που είχε αγοράσει πρόσφατα από το Μοναστηράκι. Είχε φορέσει το αγαπημένο του καπέλο, μια ρεπούμπλικα παλιάς κοπής, και είχε διαχυθεί σε μια περατζάδα χωρίς αποκλειστικό σκοπό, αλλά με έντονη τη διάθεση να ανακαλύψει παραστάσεις και αλήθειες.

Ο ήλιος δέσποζε για τα καλά στον ουρανό. Ο Κορνήλιος ένιωσε ευτυχισμένος που μπορούσε να τον απολαύσει. Στο νου του έρχονταν και οι τηλεοπτικές εικόνες από τον πρόσφατο σεισμό στην Ιαπωνία. «Τι θέλω και την ανοίγω τη ρημάδα;». Κάποιος του είχε πει κάποτε πως ο ανθρώπινος πόνος δεν ξεπερνιέται ώρες ώρες με την αποφυγή της πραγματικότητας, παρά προσκαλεί σε όψιμους συμβιβασμούς και ώριμες συνέχειες.


Στρίβοντας σε ένα στενάκι άκουσε φωνές μικρών παιδιών. Έστρεψε το βλέμμα του προς την κατεύθυνση του ηχητικού θερέτρου και είδε μικρά παιδάκια να παίζουν ποδόσφαιρο σε μια αλάνα.
«Υπάρχουν ακόμα αλάνες» ψιθύρισε με περισσή ανακούφιση. Παρατήρησε καλύτερα το όλο σκηνικό. Είδε ελληνόπουλα να είναι στην ίδια ομάδα με αλβανάκια και μαυράκια. Θα περίμενε κανείς να είναι χωρισμένα σε ομάδες με κοινά εθνικά ή φυλετικά χαρακτηριστικά. Το ίδιο και ο Κορνήλιος. Η διάψευση αυτή ήταν για αυτόν μια ευχάριστη νότα στην κατάθλιψη που του προκαλούσε η σκέψη πως θα μπορούσαν να βλέπουν ακόμα και το παιχνίδι με όρους ανταγωνισμού, που να παραπέμπουν στα μίση και στις διαχωριστικές εχθρότητες που έχουν κατακλύσει το πολυπολιτισμικό νεομητροπολιτικό πεδίο.
Κάποια στιγμή ένα παιδάκι που φόραγε φανέλα της Μπάρσα σκόραρε. Αμέσως έτρεξαν προς το μέρος του τα άλλα για να το συγχαρούν. Διακρινόταν λίγο πιο πέρα ένα άλλο, προφανώς ο τερματοφύλακας, αφού φόραγε μπλούζα του Κασίγιας. Από τελευταίο έφτασε πρώτο, πραγματοποιώντας ένα αξιοθαύμαστο σπριντ, τύφλα να είχαν διάφοροι επαγγελματίες αθλητές του είδους, και αγκάλιασε το συμπαίκτη του, όντας περιχαρής. Ο Κορνήλιος χαμογέλασε. Είχε έρθει η ώρα να απομακρυνθεί. Το είδε και αυτό.
Συνέχισε να περπατάει. Του ήρθε η ιδέα να περάσει από ένα παλιό του λημέρι, στο οποίο είχε ξοδέψει άπειρο χρόνο στο παρελθόν. Κάποια μέτρα παραπέρα, λοιπόν, σε μια πολύ οικεία του καφετέρια, διέκρινε μια φιγούρα που έφερνε σε κάποιον γνωστό του. Μα, ναι! Ήταν ο Τάκης, ο παλιόφιλος του από τα πανεπιστημιακά χρόνια. Εκείνα που πάταγε στη σχολή, γιατί ο Κορνήλιος σα γνήσιος αντιδραστικός την είχε παρατήσει. Πόσες φορές συνυπήρξαν μαζί, και σε κερκίδες, και σε μαγαζιά, και σε εκδρομές, και σε... σκηνικά, και σε κοινές διαπροσωπικές στιγμές. Μια σχέση γεμάτη συγκινήσεις και παραστάσεις, σαν καθρέφτης της ανθρώπινης πεμπτουσίας.
«Τάκη», φώναξε. Τότε συνέβη κάτι που πραγματικά δεν το περίμενε. Που τον αναστάτωσε, κλονίζοντας του αρκετές σταθερές που είχε για τη ζωή και για τους ανθρώπους. Ο Τάκης τον κοίταξε σχεδόν περιφρονητικά. Του είπε ένα ψυχρό γεια και σηκώθηκε να φύγει. Ο Κορνήλιος ένιωσε πολύ άσχημα. Δε μπορούσε τόσο πρόχειρα και τόσο γρήγορα να ανακαλύψει ένα λόγο για να ερμηνεύσει τη συμπεριφορά του Τάκη.
Αφού ο Τάκης απομακρύνθηκε αρκετά, ο Κορνήλιος πέταξε το μπαστουνάκι και έτρεξε προς το μέρος του. Ήταν η στιγμή των σκληρών απαντήσεων. Τον σταμάτησε και τον ρώτησε.
-Τάκη, σου έχω κάνει κάτι;
-Δε μιλάω σε προδότες.
Ο Κορνήλιος κατάλαβε. Δε μπορούσε να του συγχωρέσει το γεγονός ότι πριν από δέκα χρόνια είχε εγκαταλείψει το σύνδεσμο. Ο Τάκης ήταν, ακόμα, ένας μουτζαχεντίν της μεγάλης ιδέας. Σε καιρούς όξυνσης του φανατισμού δε μπορούσε να συγχωρέσει τη λιποταξία του Κορνήλιου.

«Κοίτα να δεις που κάποιες φορές ο κόσμος των μικρών είναι προτιμότερη συντροφιά από τον κόσμο των γνωστών». Απογοητευμένος επέστρεψε πίσω, μάζεψε το μπαστουνάκι του. Σκέφτηκε να γυρίσει στην αλάνα να ξαναδεί τα παιδάκια. Έκρινε, όμως, πως οι συγκρίσεις δε θα τον άφηναν ανεπηρέαστο. Κλώτσησε με μανία ένα πεταμένο άδειο μπουκάλι πορτοκαλάδας και σταμάτησε το πρώτο ταξί για να γυρίσει στο σπίτι του. «Τουλάχιστον εκεί ορίζω εγώ τα δρώμενα στο μεγαλύτερο ποσοστό»...

Δεν υπάρχουν σχόλια: