Ο καθρέφτης εκείνες τις στιγμές είχε την τιμητική του. Ο Κορνήλιος χαιρόταν πολύ που είχε μαυρίσει. Όχι από το κακό του, αλλά από τον ήλιο. Ρισκάροντας το έγκαυμα, είχε καταφέρει να δώσει στον εαυτό του μια καλή αφορμή για αυτοκοιτάγματα διάρκειας. Το μαύρισμα, δεν αποτελούσε για αυτόν μονάχα μια αισθητική αναβάθμιση, αλλά παράγοντα ευεξίας, χωρίς να πολυκαταλαβαίνει ούτε ο ίδιος τους λόγους. Αλλά ποια σημασία θα είχε κάτι τέτοιο μπροστά στο αποτέλεσμα; Μόλις εγκατέλειψε το όργιο ναρκισσισμού που τον είχε κατακλύσει, έπιασε στα χέρια του το αεροπορικό εισιτήριο που είχε εκδώσει. Έφευγε...
Τις επόμενες μέρες θα πραγματοποιούσε ένα ταξιδάκι στο εξωτερικό, κάνοντας μια όψιμη εξαγωγή της μαυρισμένης επιδερμίδας του. Όχι σε κάποια εξωτική χώρα, ούτε καν σε κάποιο μεσογειακό προορισμό. Θα πήγαινε στη Γερμανία. Ένα ζευγάρι φίλων, η Κατρίν και ο Έριχ, τον είχαν προσκαλέσει να περάσει μια εβδομάδα μαζί τους στο σπίτι τους στη Λειψία. Η μυστηριακότητα του Κορνήλιου ποτέ δε θα επέτρεπε μια αρνητική απάντηση σε μια τέτοια αντιφατική ως προς τα εποχιακά της χαρακτηριστικά πρόκληση. Συνήθως, τα καλοκαίρια οι ελληνικές παραλίες γεμίζουν με γερμανούς, και όχι οι γερμανικές πόλεις με τουρίστες έλληνες. Η Κατρίν γνωρίζοντας πολύ καλά την ιδιοσυγκρασία του περιώνυμου κυρίου Ντηλ ήταν σίγουρη πως θα την αποδεχόταν. Στοιχημάτιζε, δε, τα υπέροχα ξανθά μαλλιά της για κάτι τέτοιο. Όπερ και εγένετο. Το αεροπλάνο προσγειώθηκε στις 4 το απόγευμα, φέρνοντας τον σε επαφή με μια άλλη πραγματικότητα.
Ο Κορνήλιος με το που έκανε το πρώτο του βήμα στο αεροδρόμιο του Βερολίνου είδε από μακριά τους δύο αγαπημένους του φίλους, σηκώνοντας το αριστερό του χέρι για να τους χαιρετίσει. Καιρός βροχερός, η θερμοκρασία στους 16 βαθμούς Κελσίου, αλλά ήξερε από γερμανικό καλοκαίρι. Χαιρετήθηκαν και μπήκαν γοργά στο αυτοκίνητο. Θα πηγαίναν οδικώς στη Λειψία.
Στην εβδομάδα της παραμονής του ήρθε σε επαφή με αρκετούς ανθρώπους, όλων των τάξεων και όλων των life style. Είχε μιας πρώτης τάξης ευκαιρία να διακρίνει εύρος από αντιφατίζουσες τοποθετήσεις γύρω από το ελληνικό ζήτημα. Ανθρώπους να τον υποτιμούν, επειδή ήταν από την Griechenland. Άλλους να του συμπαραστέκονται βλέποντας τον ως εκπρόσωπο μιας δοκιμασμένης φάρας, τονίζοντας το ένδοξο παρελθόν και ελπίζοντας σε ένα άλλο μέλλον. Δεν ήταν λίγοι αυτοί που του επέστησαν με αυστηρό ύφος τα ελληνικά τρωτά, κάνοντας τον να σκεφτεί πως αυτά ταξιδεύουν με γοργότερους ρυθμούς από τα ελληνικά «καλά»....
Το δεύτερο βράδυ καθισμένοι εκεί στο σαλόνι οι τρεις τους έπιασαν τη συζήτηση. Περισσότερο έμοιαζε με μια παρτίδα τένις στην οποία συμμετείχε κατά κάποιον τρόπο κάποιος με το ταλέντο του μεγάλου Μπόρις Μπέκερ. Ο Έριχ είχε έντονη τη διάθεση για πολιτικές συζητήσεις. Ο Κορνήλιος, από την άλλη, απογοητευμένος από την ανάλογη ελληνική επικαιρότητα προσπαθούσε να αποφύγει τα «σερβιρίσματα» ενός πολύ επιδέξιου «σέρβερ» θεμάτων και καταστάσεων. Τελικά, ανακάλυψε την καλύτερη άμυνα. Αυτός του μίλαγε για Βίλυ Μπράντ και Έρικ Χόνεκερ, ο Κορνήλιος είχε τις δικές του απαντήσεις, τους δικούς του ήρωες. Το Μπέρντ Σούστερ, το Χρούμπες, το Χάνσι Μίλερ, το Σουμάχερ, το Λιτμπάρσκι, τον Κλάους Άλοφς, το Ρουμενίγκε, τον Ούλι Στάιν, ακόμα και τον Τόμας Μπέρτχολντ. Αυτός του μίλαγε για Στάζι, για Έριχ Μίλκε, για Χέλμουτ Κολ, ακόμα και για Ουλρίκε Μάινχοφ, ο άλλος απάνταγε με Χάικε Ντρέσλερ, με Κατρίν Κράμπε, με Κριστίν Όττο, με Χένιγκ Χάρνις... Μόνο στην Καταρίνα Βιτ τα βρήκαν, κάνοντας την Κατρίν να ζηλέψει. «Ήμουν και εγώ καλή χορεύτρια, έστω και όχι σε παγοδρόμια». Τα κόκκινα φορέματα είναι τα καλύτερα, σκέφτηκε ο Κορνήλιος που το προηγούμενο βράδυ είχε εστιάσει το βλέμμα του, στο δρόμο προς την τουαλέτα, σε ένα υπέροχο θέαμα. Είδε την Κατρίν να βγάζει το φόρεμα της και να μένει με τα απαραίτητα, που αναδείκνυαν το θεσπέσιο σώμα της. Ο Κορνήλιος παρατήρησε πως για την ηλικία της όχι απλά καλοστέκεται, αλλά μάλλον θυμίζει αρκετά εκείνην την ανέμελη και άκρως ριζοσπαστική εικοσιεξάχρονη που είχε γνωρίσει και ερωτευτεί συνάμα στο παρελθόν, όταν είχε διαμείνει ένα ολόκληρο χρόνο στη Γερμανία, παριστάνοντας το φοιτητή, άσχετα αν πέρναγε τις πύλες των πανεπιστημίων μονάχα για πολιτική κουβεντούλα.
Μα, ο Έριχ επέμενε. Και εκεί, ο Κορνήλιος να απαντάει με τον ίδιο τρόπο. Ακόμα και ο πατέρας της Μέρκελ είχε το αντίβαρο του. Ντέντλεφ Σρεμπφ, η πρώτη έκδοση του Νοβίτσκι επιστρατεύθηκε στην απόπειρα του Κορνήλιου να αποκρούσει την ανελέητη επίθεση του συνομιλητή του.
Το βράδυ, καθώς απολάμβανε τη μυρωδιά της φρεσκοπλυμμένης κουβέρτας, λίγο πριν κοιμηθεί σκέφτηκε πολλά περισσότερα, μην ξεχνώντας πάντως την Κατρίν. «Ρε μήπως να μπω και εγώ στην κουβέντα;» αναρωτήθηκε. Θέματα διαθέσιμα είχε πολλά. Να θέσει το ρόλο της Γερμανικής Κεντρικής Τράπεζας. Την αλλαγή της πρωτεύουσας από τη Βόννη στο Βερολίνο και τις πιθανές σημειολογίες. Το Μπίσμαρκ και τους επιγόνους του. Την κατάρρευση της δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Να του υπενθυμίσει πως γερμανός ήταν και ο Μάρξ, γερμανός και ο Χίτλερ. Τελικά, προτίμησε να ξαναθυμηθεί ένα γκολ φάουλ του κοντοπίθαρου Τόμας Χέσλερ απέναντι στην Κοινοπολιτεία-τη διάδοχο κατάσταση της Σοβιετικής Ένωσης, στο Euro του 1992. «Όχι, ήρθα εδώ για να δω μια άλλη διάσταση της Γερμανίας. Αν ο Έριχ έχει άλλες προθέσεις, θα τον αναγκάσω να αλλάξει σύντομα τακτική»...
Το πρωί σηκώθηκε πρώτος. Τον ακολούθησε η Κατρίν. Τον πλησίασε, τον χάιδεψε στο κεφάλι και τον φίλησε στο μάγουλο, ακουμπώντας λίγο τα ακραία σημεία των χειλιών της πάνω στα αντίστοιχα δικά του. Ένα ξώφαλτσο φιλί θα έλεγε ο άρχοντας της αδιακρισίας. «Ich liebe dich». Ζαλισμένος ο Κορνήλιος την ρώτησε στα ελληνικά:
Το τέταρτο Ράιχ τελικά υπάρχει;
-Was ist denn das;

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου