Τετάρτη 5 Οκτωβρίου 2011

Χαζομπαμπάδες


Ο μικρός Γιαννάκης είναι 7,5 χρονών. Είναι Σάββατο πρωί στο Λόφο και ό,τι έχουν αρχίσει να μαζεύονται τα πιτσιρίκια γιά την προπόνηση. Τα καλάθια του μίνι έχουν τοποθετηθεί και ο μπαρμπα Λάμπρος έχει βγάλει τις λιλιπούτειες μπάλες απ το σάκο τους. Ο προπονητής δεν έχει φανεί ακόμα. Το μικρό χαρούμενο μελίσσι παίζει κυνηγητό στο γήπεδο. Ο Αντρίκος με τον Κώστα παίρνουν μιά μπάλα και κυνηγιούνται. Στο τέλος ο Αντρίκος την κλωτσάει ψηλά γιά να μην του την αρπάξει απ τα χέρια ο γρηγορότερος και δυνατότερος Κωστάκης. Ο Γιαννάκης κάθεται σε μιά γωνιά σαστισμένος με γουρλωμένα τα ματάκια. Ο πατέρας του με πλησιάζει.


- Καλημέρα σας. Είμαι ο ... και δουλεύω στο ... Σας έφερα τον Γιαννάκη
- Χαίρω πολύ, είπα και χάϊδεψα το κεφάλι του μικρού.
- Γιαννάκη σου αρέσει το μπάσκετ;
- Του αρέσει, πώς δεν του αρέσει! Ολη τη μέρα μιλάει γιά τον Γκάλη, λέει ο μπαμπάς με καμάρι.
- Δεν ξέρω ακόμα ... Δεν έχω ξαναπαίξει ..., λέει ο Γιαννάκης και καρφώνει τα μάτια του επάνω στο Θοδωρή που σουτάρει βολές τεντώνοντας τα μικρά του αδύναμα ποδαράκια και πετώντας τη μπάλα με τη μέθοδο ... "χύνω τα νερά"
Ο μπαμπάς αρχίζει να ρωτάει. Φυσιολογικά πράγματα, γιά ένα γονιό που ενδιαφέρεται να μάθει πώς θα περάσει μιά ώρα το παιδί του. Κάθε πότε έχει προπόνηση, αν παίζουμε αγώνες, πώς λένε τον προπονητή, αν θα μπούμε και στο κλειστό, τί κάνουμε το χειμώνα με τα κρύα, αν πρέπει να πληρώσει κάποια συνδρομή ... Τέτοια πράγματα. 
Εχω συνηθίσει πιά ν ακούω αυτές τις ερωτήσεις. Είμαστε στο 1990 και δεν έχω ακόμα παιδιά. Ομως μπορώ να τους καταλάβω. Και να απαντάω με ευγένεια. Είμαι έφορος της ομάδας μίνι της γειτονιάς μου, αλλά δεν έχω καμιά σχέση με κανένα παιδάκι. Ξέρω καλά όμως πού καταλήγουν αυτές οι ερωτήσεις ...
- Βοήθεια δεν χρειάζεστε εδώ, ρωτάει τώρα ο μπαμπάς. Εγώ ας πούμε προσφέρομαι γιά έφορος!
Τον κοιτάζω διαπεραστικά και κουνάω το κεφάλι μου
- Βεβαίως και χρειαζόμαστε βοήθεια. Δεν έχουμε έφορο στην εφηβική ομάδα!
- Τί να κάνω στην εφηβική ομάδα; Εμένα εδώ είναι το παιδί μου!
- Εδώ δεν θέλουμε βοήθεια κύριε ... Είμαστε εντάξει. Υπάρχει και έφορος και γενικός αρχηγός και γιατρός ακόμα
- Εσείς ποιό παιδάκι έχετε;
- Δεν έχω παιδιά κύριε ...
- Και τί κάνετε εδώ;
- Ας πούμε ότι μ αρέσει το μπάσκετ και θέλω να παρακολουθώ προπονήσεις και αγώνες. Και αγαπάω πολύ και το σύλλογο. Φτάνουν αυτά;
- Τί να σας πω ...  Χάσιμο χρόνου δεν είναι;
- Εξαρτάται. Αν ας πούμε έχεις μιά ώρα διαθέσιμη και πας γιά φραπέ, προτιμώ να κάθομαι εδώ.
- Εγώ πάλι δεν πίνω φραπέ, είπε ο μπαμπάς του Γιαννάκη γελώντας δυνατά και χτυπώντας με στη πλάτη.

Δεν είχε περάσει μιά βδομάδα. Η μικρή μας ομάδα συνέχιζε τις προπονήσεις της και τα παιδάκια άρχιζαν να μπαίνουν στο νόημα. Ο προπονητής μας ο Ηλίας τους έδειχνε με επιμονή τα βασικά: Τρίπλα, πάσα, σουτ. Τρίπλα, πάσα, σουτ. Και φρόντιζε να σκαρώνει διάφορα παιχνίδια γιά να μην βαριούνται τα πιτσιρίκια. Πραγματικά απολάμβανα τις προπονήσεις του. Ηταν μιά εποχή που το μπάσκετ απορροφούσε σχεδόν όλο τον ελεύθερο χρόνο μου. Πότε στο γήπεδο, πότε στην τηλεόραση, διάβασμα βιβλίων, είχα κολλήσει γιά τα καλά ... Ακόμα και κασέτες από Αμερική μου έστελνε ένας φίλος, γιά να βλέπω παιχνίδια ΝΒΑ! 
Εκείνο λοιπόν το απόγευμα καθόμουν στην ξύλινη εξέδρα του γηπέδου και παρακολουθούσα την προπόνηση. Τα παιδάκια έπαιζαν μιά ιδιότυπη αμπάριζα, τρικ του Ηλία γιά να τα μάθει να χαμηλώνουν και να κουνάνε σωστά τα ποδαράκια τους στην άμυνα. Ημουν πολύ απορροφημένος, όταν ένα χέρι με χτύπησε στη πλάτη. Ηταν ο πατέρας του Γιαννάκη ...
- Καλησπέρα! Πώς πάμε; Ολα καλά;
- Μιά χαρά. Εδώ. Προπόνηση. Την άλλη βδομάδα θα παίξουμε και παιχνίδι με τον μπλε Τριφυλλιακό!
- Αααα. Πολύ ωραία. Να σε ρωτήσω και κάτι, τώρα που βρεθήκαμε ...
- Παρακαλώ! 
- Πώς τον βλέπεις τον Γιαννάκη; Θα μπορέσει σε 10 χρόνια να παίξει βασικός στον Ολυμπιακό; Οχι τίποτε άλλο. Επειδή του κόψαμε τα γερμανικά γιά να έρθει εδώ. Αν είναι και δεν έχει ταλέντο να τον πάρω τώρα, να μη χάνει και το χρόνο του
Αυτά είπε ο μπαμπάς του Γιαννάκη κι εγώ έμεινα να τον κοιτάζω σαν χαζός ... Το πλήγμα ήταν μεγάλο! Οταν αποφάσισα να μιλήσω μετά βίας κρατιόμουν να μην τον βρίσω ...
- Κακώς του κόψατε τα γερμανικά, κύριε ... Αν συνέχιζε, σε 5 χρόνια θα μπορούσε να διοριστεί στην γερμανική πρεσβεία.
- Με ειρωνεύεστε;
- Ακούστε κύριε. Αντιμετωπίζετε τον αθλητισμό σαν να είναι πανελλαδικές εξετάσεις, σαν φροντιστήριο. Ενώ ο σκοπός είναι να περνάει καλά το παιδί σας. Εσείς αυτό που θέλετε είναι να βγάλετε τον επόμενο Γκάλη ή τον Πάσπαλιε. Και μάλιστα βιάζεστε! Θέλετε να το ξέρετε από τώρα. Το παιδάκι δεν έχει καλά καλά πιάσει μπάλα στα χέρια του. Είναι δυνατόν να ρωτάτε αν θα παίξει επαγγελματικό μπάσκετ σε δέκα χρόνια;
- Ασε αγόρι μου. Καλά σας  κατάλαβα από την αρχή. Φιλοσοφίες είσαστε γιά να κοροϊδεύετε το κόσμο. Τόσα χρόνια ομάδα κι έχετε βγάλει μόνο τον ...(ανέφερε ένα διεθνή παίκτη). Καλά μου είπαν να πάω στον ... (είπε το όνομα μιάς άλλης ομάδας)
- Να πάτε και γρήγορα μάλιστα. Μόνο όπως θα πηγαίνετε, ρωτήστε μιά φορά και τον Γιαννάκη αν του αρέσει το μπάσκετ!
- Ο Γιαννάκης είναι 7,5 χρονών. Σιγά μη ξέρει τί του αρέσει. Οταν θα βρει την κατάλληλη ομάδα και τον κατάλληλο προπονητή που θα τον κάνει παίκτη, τότε θα του αρέσει σίγουρα. Οπως άρεσε και σε μένα, αλλά ... ήταν άλλοι καιροί και δεν μπόρεσα. Ο Γιαννάκης όμως θα μπορέσει. Γιατί το θέλω εγώ!
Αυτά είπε ο μπαμπάς με το μάτι να γυαλίζει, πήρε απ το χέρι τον Γιαννάκη και έφυγε.

Δεν τον ξανάδαμε. Ο πρόεδρος μου έβαλε χέρι γιατί τσακώθηκα με τον μπαμπά που δούλευε σε κομβική θέση και ήταν καλό "βίσμα". Εγώ τον απείλησα πως θα σηκωθώ να φύγω, έτσι κι αλλοιώς λεφτά απ τη τσέπη μου έβαζα μέχρι και γιά το γάλα των παιδιών μετά τους αγώνες. Ο πρόεδρος χαλάρωσε ...
Μετά από πολλά χρόνια, πέτυχα τυχαία το Γιαννάκη με τον μπαμπά του σ έναν αγώνα χάντμπολ. Ο Γιαννάκης έπαιζε και ο μπαμπάς καθόταν στον πάγκο. Δίπλα απ τον προπονητή. Συχνά πήγαινε από πίσω του και του ψιθύριζε στ αυτί. Εκείνος έδειχνε ενοχλημένος, αλλά αμέσως μετά γυρνούσε και κοιτούσε στην εξέδρα προς τον πρόεδρο. Δεν βάζουν όλοι λεφτά απ τη τσέπη τους. Κάποιοι ζουν κιόλας απ τον αθλητισμό ...

Τα χρόνια πέρασαν, οι συνθήκες άλλαξαν, αλλά οι χαζομπαμπάδες ποτέ δεν έπαψαν να υπάρχουν και να "ενοχλούν" με τη συμπεριφορά τους τον αθλητισμό και τα παιδιά τους. Τους περισσότερους δεν τους μαθαίνουμε ποτέ, ίσως γιατί τα παιδιά τους δεν γίνονται ποτέ κάτι σπουδαίο. Αφανείς ήρωες της βλακείας που τους δέρνει, του εγωϊσμού και της ασχετοσύνης τους ταλαιπωρούν και εν τέλει ταλαιπωρούνται γιατί ποτέ τους δεν κατάφεραν όχι να γίνουν αθλητές, αλλά ούτε καν σωστοί φίλαθλοι.
Ωστόσο πάντα υπάρχουν οι εξαιρέσεις. Είναι οι χαζομπαμπάδες, μανατζαρέοι, μέντορες μεγάλων ταλέντων. Αυτούς τους μαθαίνουμε θέλοντας και μη. Ο μπαμπάς Ντος Σάντος, ο μπαμπάς Τιάγκο, ο μπαμπάς Οζίλ. Οι μπαμπάδες που αντιμετωπίζουν τα παιδιά τους σαν τις κότες με τα χρυσά αυγά και συνάμα σαν τον ομφαλό της γης. Σαν να υπάρχουν μόνο αυτά και φυσικά σαν να είναι τα καλύτερα του κόσμου.
Ο μπαμπάς Ντος Σάντος πήγε το σπλάχνο του στην Τότεναμ και το καλοκαίρι ψαχνόταν μήπως το φέρει στον Αρη. Ο μπαμπάς Τιάγκο μας απειλεί πως ο γιός του μπορεί να παίξει σε οποιαδήποτε ομάδα του κόσμου. Ο μπαμπάς Οζίλ φαντάζεται πως αν όλη η Μαδρίτη δουλεύει γιά το γιό του, τότε κι εκείνος θα γίνει Μέσσι!

Κάπου στο βάθος ο Σέλουκ χαμογελά. Τουλάχιστον αυτός δεν είναι μπαμπάς. Δεν ξέρω όμως αν αυτό είναι ευτύχημα ή δυστύχημα ... 

1 σχόλιο:

Nikolaos Perperidis είπε...

από τα καλύτερα άρθρα σου.