Του Νίκου Περπερίδη
Καλοκαίρι του 1986. Παγκόσμιο κύπελλο (μουντιάλ όπως περιέργως μάθαμε στην Ελλάδα να αποκαλούμε) στο Μέξικο. Ήμουν τότε 7 χρονών και θυμάμαι χαρακτηριστικά δύο πράγματα από τη διοργάνωση αυτή ή για να το θέσω καλύτερα, στο μυαλό μου έχουν αποτυπωθεί 2 εικόνες.
Η πρώτη, αφορά μία υπερμεγέθη μπάλα (μάλλον θαλάσσης) που ο συγχωρεμένος ο παππούς μου, τότε μου είχε δωρίσει και η οποία απεικόνιζε τη μασκότ της διοργάνωσης, έναν κάκτο δηλαδή που φορούσε σομπρέρο και είχε μια μπάλα στα πόδια. Οι διοργανωτές την είχαν βαφτίσει … Πικέ (!) και τουλάχιστον σε ότι με αφορά, ο Πικέ (καμία σχέση με τον γνωστό Πικέ, που τότε ήταν αγέννητος) παραμένει ακόμη, η συμπαθέστερη μασκότ των 7 παγκοσμίων κυπέλλων που έχω παρακολουθήσει.
Το δεύτερο πράγμα που θυμάμαι από το μουντιάλ (ας το λέμε έτσι) του Μέξικο, είναι μια φωτογραφία από εβδομαδιαίο περιοδικό της εποχής (πρέπει να ήταν ο “Tηλεθεατής”, δεν παίρνω κι όρκο) , το οποίο είχε αφιέρωμα στη διοργάνωση, συνοδευμένο από φωτογραφίες των ομάδων. Επέλεξα λοιπόν να κόψω και να κολλήσω σε τετράδιο μου, την φωτογραφία των “Φούριας Ρόχας”, της εθνικής ομάδας δηλαδή της Ισπανίας! Δεν θυμάμαι ειλικρινά τον λόγο που το έκανα, αλλά γνωρίζω πολύ καλά, πως αυτό ήταν το δικό μου ξεκίνημα σε μία σχέση που έμελλε να γίνει κομμάτι της ζωής μου. Αναφέρομαι φυσικά στη σχέση μου με τη Μπαρσελόνα ή μάλλον για να είμαι δίκαιος:“Μπαρτσελόνα” όπως τότε και μέχρι πριν κάποια χρόνια, την αποκαλούσα.
Θα μου πείτε τώρα τι σχέση έχει η εθνική Ισπανίας με την Καταλανική Μπάρσα? Όση σχέση είχα και ‘γω, 2α δημοτικού τότε, με την μπάλα. Σχεδόν καμία δηλαδή, ωστόσο εκείνη ήταν η απαρχή της ενασχόλησης μου, με το ισπανικό ποδόσφαιρο γενικότερα. Χρησιμοποιώντας τρόπον τινά, τον λάτρη του αθλήματος και πρώην ποδοσφαιριστή (με θητεία σε γερμανικές ομάδες καθότι μετανάστης), παππού μου, ως αντλία χορήγησης γνώσεων, σύντομα έμαθα για την Ισπανία και τις κορυφαίες ομάδες της χώρας, επιλέγοντας (και ως αντιδραστικός γενικότερα χαρακτήρας) να υποστηρίζω την Μπάρσα, που και τα χρώματα της, μου ψιλο-ταίριαζαν με αυτά της φωτογραφίας στο τετράδιο μου και φαινόταν επίσης να είναι και η “αδικημένη” της υπόθεσης σε σχέση με την άλλη μεγάλη ισπανική ομάδα, την Μαδρίτη, η (όπως και αυτή συνήθιζα λανθασμένα να αποκαλώ), την Ρεάλ.
Ομολογώ επίσης, ότι με το πέρασμα των χρόνων, η αγάπη μου για την Μπάρσα, δεν με εμπόδισε, πράγμα παράταιρο, να παραμείνω (και να είμαι ακόμη) υποστηρικτής και της εθνικής Ισπανίας, για την οποία στο μουντιάλ της Αμερικής, το 1994, έφτασα μάλιστα στο σημείο να κλάψω (!) στον επικό προημιτελικό με την Ιταλία του Μπάτζιο (την βραδιά της ηρωικής εμφάνισης ενός μετέπειτα μπλαουγκράνα ήρωα ,του Λουίς Ενρίκε ).
Το 1994 βέβαια , είχε γενικά πολύ κλάμα, καθώς λίγους μήνες νωρίτερα, η Μπάρσα είχε δεχτεί μια ξεγυρισμένη τεσσάρα στον τελικό του Champions League στην Αθήνα, από την Μίλαν, αφήνοντας άφωνη όλη την ποδοσφαιρική υφήλιο και φυσικά και την αφεντιά μου, αφού (όχι άδικα) η αρμάδα, τότε, του Γιόχαν Κρόιφ, ήταν το μεγάλο φαβορί. Είχε βέβαια προηγηθεί ο θρίαμβος στο Γουέμπλεϋ το ’92, αλλά η ψυχρολουσία της Αθήνας, δεν χωνευόταν εύκολα.
Απτόητος από προκλήσεις φίλων και συμμαθητών που αρχίζουν να με αποκαλούν “λούζερ”, την επόμενη χρονιά, το 1995, θα αγοράσω για 1η φορά στη ζωή μου, επίσημη φανέλα της Μπάρσα. Σε μια βόλτα με τον φίλο μου (και επίσης τρελό …Καταλανό) Γιώργο, στην Κοζάνη, θυσιάζουμε σχεδόν όλο το ποσό που διαθέταμε για αγορά ..υποτίθεται ρούχων, για να κάνουμε δική μας, την (χωρίς χορηγό) πανάκριβη, για τα δεδομένα της εποχής, φανέλα της Kappa, εταιρία η οποία τότε “έντυνε” τον σύλλογο. Εγώ επιλέγω την κλασική, ο φίλος μου την εναλλακτική και οι δυο είμαστε ευτυχισμένοι όχι όμως και οι γονείς μας, που ψάχνουν μάταια να δουν, “τι άλλο αγοράσατε, δεν μπορεί να δώσατε τόσα χρήματα για μία μόνο φανέλα”. Φυσικά δεν μπορούσαν να καταλάβουν ότι επρόκειτο για κάτι παραπάνω από μία φανέλα.
Μεγαλώνω με Σαλίνας, Μπακέρο, Κούμαν, Τσίκι, Ναδάλ, Θουμπιθαρέτα, Σέρχι, Πέπ Γκουαρντιόλα, Στόιτσκοφ, Ρομάριο, Λουίς Ενρίκε, Ρονάλντο. Είμαι ευτυχισμένος και δεν ιδρώνει το αυτί μου, παρόλο που η Μαδρίτη έχει το πάνω χέρι και κατακτά και 2-3 Champions League και εγώ έχω συνέχεια μπροστά μου την εικόνα του μεγάλου παίκτη και αντιπάλου Ραούλ, να πανηγυρίζει φιλώντας την βέρα του .
«- Ναι ,αλλά εμείς δεν έχουμε χορηγό στη φανέλα!»
«- Εντάξει, αλλά την μπάλα που παίζουμε εμείς, αυτοί ούτε την έχουν ονειρευτεί κι ας μην παίρνουμε τίτλους.»
«-Προτιμώ να είμαι λούζερ παρά να παίζω μόνο για το αποτέλεσμα με κάθε κόστος»
Είναι μόνο μερικά από τα επιχειρήματα που χρησιμοποιώ, όταν διάφοροι καλοθελητές επιχειρούν να μου “την πούνε.” Και εννοείται ότι τα πιστεύω μέχρι κεραίας!
Την χρονιά που η Μπάρσα γιορτάζει την εκατονταετία της , ντεμπουτάρει στην ομάδα και στην αμυντική της γραμμή, ένας μακρυμάλλης, λίγο ατσούμπαλος τότε , με το νούμερο 24 στην πλάτη.
«-Ρε με αυτούς τους Γάλλους, τους περίεργους δεν θα πάτε πουθενά» μου λέει ένας φίλος μου ,που τον βλέπει.
«-Ποιους Γάλλους βρε άσχετε!» αντεπιτίθομαι αμέσως «-επειδή τον λένε Πουγιόλ? Καταλανός είναι, από την ακαδημία και είναι μια χαρά παίκτης. Κορυφή είναι και ψυχάρα μεγάλη, άσε χορτάσαμε φίρμες στην άμυνα και προκοπή δεν είδαμε.» συμπληρώνω.
Και μετά ήρθε ο Λαπόρτα, ο Ροναλντίνιο, ο Ράικαρντ, ο Ετό, το Παρίσι, το θαύμα του Πεπ (που τόσο είχα πληγωθεί, όταν σαν παίκτης αποχώρησε – εκδιώχθηκε), ο Μέσι, ο Τσάβι, ο Ινιέστα, η Ρώμη, ξανά το Γουέμπλεϋ, όλα τα παιδιά από την ακαδημία, η Μάσια,(που τώρα όλοι την ξέρουν ή μάλλον τώρα την παραδέχονται ) το ολοκληρωτικό ποδόσφαιρο χωρίς στεροειδή και τρομερά μούσκουλα, παρά μόνο με ποδοσφαιρικό μυαλό, υψηλή τεχνική και άψογες σχέσεις χωρίς βεντετισμούς μεταξύ των παικτών και έτσι ενώ κάποτε, όχι πολύ παλιά, κάποιοι στην Ελλάδα μας ειρωνευόταν και μας κορόιδευαν αποκαλώντας μας λούζερς δηλαδή χαμένους, είναι τώρα οι ίδιοι που μας αποθεώνουν.
Ήρθαν και ταξίδια δικά μου – όνειρα ζωής (δεν χρειάζεται τα όνειρα να είναι απλησίαστα ή πανάκριβα) στην Βαρκελώνη, στο Κάμπ Νόου, άγγιξα τη Σενιέρα Καταλάνα, που καμαρώνει στην είσοδο του μουσείου….
Τέλος ήρθε και το barcelonismo στη δική μου τη ζωή, με αφορμή μια συζήτηση για τη διαφήμιση στη φανέλα και την μετέπειτα ευγενική πρόσκληση του Νίκου του Καραμάνου, για να «βαφτιστώ»στη συνέχεια El Capita και να διαπιστώσω επίσης ότι ο Βαρκελωνισμός, όπως πολύ σωστά λέει και ο Παναγιώτης ο Πετμεζάς, είναι σπουδαίο πράγμα και το σημαντικότερο: τον έχουμε μέσα στις καρδιές μας όσοι αγαπάμε την Μπάρσα και αυτό μας διαφοροποιεί από τους φίλους άλλων μεγάλων συλλόγων, ενώ ταυτόχρονα μας ενώνει ακόμα και αν δεν γνωριζόμαστε προσωπικά. Είναι η συναίσθηση του Βαρκελωνισμού, του ρομαντισμού, της αγάπης για το αληθινό, για το πρωτογενές. Για τον μεγαλύτερο σύλλογο στον κόσμο. Την Μπαρσελόνα.
Υ.Γ. Αφορμή και έμπνευση, πήρα από τον φίλο Paul Καταλανίστα και την ιδέα του, να γράψει ο καθένας από μας , την δική του ιστορία για την Μπάρσα. Αυτή είναι λοιπόν εν συντομία, η δική μου και θέλω να την αφιερώσω στον Θέμη τον Ιακωβίδη που “έφυγε” πριν από 13 χρόνια, κληροδοτώντας μου το πάθος για το ποδόσφαιρο και τον αθλητισμό . Είμαι σίγουρος ότι από εκεί ψηλά που βρίσκεται, απολαμβάνει και αυτός την Μπάρσα.
El Capita.
El Capita.

4 σχόλια:
Τεράστιε Capita
φίλε Δάσκαλε..
Μέγας και αφηγηματικός Περπερίδης
Εμπειρίες ζωής αληθινής. Αναμνήσεις ως το θάνατο!
Να σαι καλά Νικόλα!
Δημοσίευση σχολίου