Τρίτη 27 Δεκεμβρίου 2011

Ψηλαφίζοντας το παρελθόν μου σε σχέση με τη Μπαρσελόνα


Κατάθεση ψυχής από τον Κώστα Μαρούντα

Κάθε σχέση έχει μια αρχή. Η πρώτη φορά που είδα στη ζωή μου τη Μπαρσελόνα ήταν όταν στα εφτά μου παρακολούθησα τον ποδοσφαιρικό τελικό με τη Στεάουα Βουκουρεστίου. Ήταν, μάλλον, μια ατυχής πρεμιέρα για μένα, αλλά τόσα χρόνια μετά δεν έχει καμία σημασία. Ειδικά, έτσι όπως εξελίχθηκαν τα πράγματα, με την ποδοσφαιρική Μπάρσα του σήμερα να προκαλεί συζητήσεις για το αν είναι η καλύτερη ομάδα όλων των εποχών. 



Ομολογώ πως δεν κατάλαβα και πολλά πράγματα, ούτε καν τον Ντουκαντάμ, από εκείνο τον τελικό. Το μόνο που μου είχε απομείνει το επόμενο κιόλας πρωί ήταν η γεύση πως κάτι το παράξενο είχε συμβεί, καθώς η αποτυχία της Μπάρσα να στεφθεί για πρώτη φορά πρωταθλήτρια Ευρώπης επί ισπανικού εδάφους ήταν σημαντικότερο γεγονός από το κατόρθωμα των Ρουμάνων, στα μάτια όσων αναγνώριζαν τη διαφορά μεγέθους μεταξύ των δύο ομάδων στο διηνεκές. Άρα και του εκφωνητή. Φυσικά, οφείλω να πω πως δεν υποστήριζα καμία ομάδα εκείνο το βράδυ, καθώς το γεγονός και μόνο ότι είδα τον αγώνα για μένα ήταν μια μικρή επανάσταση. Ο πατέρας μου δε μου άφηνε τότε και πολλά περιθώρια για ξενύχτια. Και εγώ ακόμα δεν είχα προσβληθεί από το μικρόβιο της εναρμόνισης με συλλογικές προτιμήσεις. Εκείνα τα χρόνια συμπαθούσα πολύ μόνο την Εθνική ομάδα της Δυτικής Γερμανίας, γιατί συγγενείς μου από τη Νυρεμβέργη μου έστελναν μπλούζες της.

Η σχέση λατρείας μεταξύ του εαυτού μου και της Μπάρσα επί της ουσίας είχε πορτοκαλί απόχρωση και γεννήθηκε ενάμισι χρόνο περίπου μετά τον τελικό της Σεβίλλης. Το μπάσκετ ήταν αυτό που με έκανε να δω με άλλο μάτι το σύλλογο της Καταλωνίας. Και μάλιστα αρκετά χρόνια πριν μάθω τι εστί επακριβώς Καταλωνία και ποια η σχέση της με την υπόλοιπη Ισπανία. Θυμάμαι σαν χτες την περιγραφή του Φίλιππου Συρίγου που την ξανείδα πρόσφατα στο you tube, σε εκείνο το μεγάλο βράδυ που ο Άρης του Γκάλη απέδρασε από την έδρα της Μπαρσελόνα. Τα επόμενα χρόνια έγινα συνεπής φίλος της Μπαρσελόνα. Διαβάζοντας το Τρίποντο και ακούγοντας τις περιγραφές στις τηλεοπτικές μεταδόσεις κατανόησα πως η Μπάρσα ήταν ένα πολύ μεγάλο μέγεθος, που στην καλή της ημέρα μπορούσε να συντρίψει τον οποιονδήποτε. Βέβαια, δεν ήταν λίγες οι πίκρες, από το μόνιμα ανυπέρβλητο εμπόδιο των φοβερών μωρών του Σπλιτ, είτε λεγόταν Γιουγκοπλάστικα, είτε ΠΟΠ 84. Αλλά, δεν πτοήθηκα, και εξακολουθούσα να γουστάρω τη Μπάρσα. Μου άρεσε, δε, και το στιλ παιχνιδιού, που τότε άρχισα να συνειδητοποιώ έστω και πρωτόλεια. Στους κυρίους Επι, Νόρις, Σολοθάμπαλ, Κόστα, Σιμπίλιο, Χιμένεθ, Φεράν Μαρτίνεθ, Γουέιτερς, Tρούμπο ή Τράμπο (Νίκο Καραμάνο βοήθα με) κλπ, χρωστάω τη διασύνδεση μου με το σύλλογο. Παρά τη διαχυόμενη φήμη του looser Ρενέσες από τις κακεντρέχειες πολλών, ως η πραγματική αιτία των αποτυχιών, εγώ επέμενα να υποστηρίζω την ομάδα και να μην τα ρίχνω στον προπονητή. Αν έφταιγε αυτός, ποσώς με ενδιαφέρει...

Διάβασα, έμαθα την ιστορία, και αγάπησα τη Μπαρσελόνα. Στο σήμερα, με το πέρασμα του χρόνου να με γεμίζει εμπειρικά αποθηκεύματα κάθε είδους και μορφής, δηλώνω περήφανος και τυχερός για όλα αυτά.

Κλείνοντας, να αναφέρω πως η blaugrana συναναστροφή μου είχε και λίγο από Ερίκ Καστέλ, για όσους θυμούνται, και σίγουρα δεν είναι λίγοι...

Δεν υπάρχουν σχόλια: