Ο καιρός ήταν χειμωνιάτικος. Βαρύς χειμώνας. Θερμοκρασίες πολύ χαμηλές. Ρωσικές εν μέρει. Αλλά, στην Αθήνα η χαρά ποτέ δεν κυριάρχησε. Το χιόνι δεν εμφανίστηκε στον μητροπολιτικό ιστό. Και το χιονόνερο που έπεφτε απλά αύξανε τη μελαγχολία και τη στεναχώρια για το γεγονός ότι έχει πολύ καιρό να το στρώσει στα μέρη που συχνάζει ο Κορνήλιος. Αν και μια βαριά σκέψη γυρόφερνε μέσα του. Είναι τέτοιοι οι όροι της εποχής που φοβάται ότι κάποια μέρα θα το στρώσει, αλλά το χιόνι δε θα είναι λευκό, αλλά γκρίζο. Γιατί τα πολύμορφα μπερδέματα της εποχής έχουν αφήσει τις στάμπες τους στις ψυχές όλων μας, που δύναται ακόμα και η φύση να αλλάξει τα γνώριμα της για να εναρμονιστεί με τα ανθρώπινα.
Και αν είχε πυρετό τις προηγούμενες μέρες, τίποτα δε μπορούσε να τον καταβάλει. Και αν τον πόναγε το στομάχι του για συνεχόμενες ημέρες, τίποτα δε γινόταν να αλλοιώσει τη διάθεση του για να αναζητήσει τις πιο γλυκιές αναμνήσεις ενός παρελθόντος, που και να ήθελε δε μπορούσε να ξεχάσει.
Καθόταν εκεί στο τραπέζι, κρατώντας το στιλό και κοιτάζοντας το τασάκι. Το έβλεπε έτσι άδειο και συμμεριζόταν την ανησυχία του μήπως μείνει άδειο, έτσι εκεί μόνο του, χωρίς τη γνώριμη συντροφιά. Μα, τι ανησυχείς; Όσο το πακέτο με τα τσιγάρα είναι παρόν, τόσο εκμηδενίζεται μια τέτοια δυστυχής προοπτική για το τασάκι.
Σέρφαρε πιο πριν στο you tube. Έβλεπε σκηνές από ποδοσφαιρικές, και όχι μόνο, αναμετρήσεις που είχε ζήσει και δεν τις είχε ξεχάσει ποτέ. Απλά χρειαζόταν ένα όψιμο φρεσκάρισμα της μνήμης. Ήθελε να δει ξανά στιγμές από το παρελθόν. Είδε αγώνες της εθνικής ομάδας της Σοβιετικής Ένωσης από το Εuro του 1988. Ντασάεφ, Κουζνέτσοφ, Μιχαηλιτσένκο, Αλεϊνίκοφ, Μπελάνοφ, Ζαβάροφ, Προτάσοφ, Λιτόφτσενκο, τον άνθρωπο με τα σουτ-ρουκέτες, τον κύριο Ρατς. Tην αρμάδα του μεγάλου Βαλερί Λομπανόφσκι, που είχε τόσους θαυμαστές και ας μην πήρε στα χρόνια της ευημερίας της τίποτα, παρά μόνο, το σημαντικότερο ίσως, μια καλή θέση στην αποθήκη των καλών εντυπώσεων. Έβαλε και το χεράκι του και ο κύριος Φρέντρικσον, για όσους θυμούνται το ματς με το Βέλγιο στο Μουντιάλ του 1986.
Είδε τα γκολ από τον ημιτελικό με την Ιταλία, στις νίκες επί Ολλανδίας στην πρεμιέρα και Αγγλίας για τη φάση των ομίλων. Τον τελικό δεν άντεξε να τον δει. Ακόμα και τώρα το αποτέλεσμα τον πλήγωνε πολύ. Και ας σέβεται διαχρονικά την Ολλανδία και την προσφορά της στο παγκόσμιο ποδόσφαιρο. Και ας τοποθετεί τους Γκούλιτ και Βαν Μπάστεν στους αγαπημένους του παίχτες ever. Ξαναθυμήθηκε τον νικηφόρο τελικό με τη Βραζιλία για τους Ολυμπιακούς Αγώνες της Σεούλ. Μέσα του έκαιγε η επιθυμία να δει σκηνές θριάμβου και κατακτήσεων. Μα, δεν υπήρχε πιο σίγουρος δρόμος από το να το γυρίσει στο μπάσκετ. Τι έκανε; Είδε ξανά και ξανά τα τελευταία δευτερόλεπτα του αλησμόνητου ημιτελικού με τη Γιουγκοσλαβία για το Μουντομπάσκετ του 1986. Οι Σοβιετικοί έχαναν (πολύ) λίγο πριν το τέλος με 9 πόντους και κατάφεραν με τρία τρίποντα να στείλουν σε χρόνο dt το ματς στην παράταση.
Μετά από αυτό δε χρειαζόταν να δει τίποτα άλλο. Μια από τις σπουδαιότερες στιγμές όλων των εποχών στον παγκόσμιο αθλητισμό ήταν αυτή η ανατροπή. Πια ένιωθε γεμάτος. Έκλεισε τον υπολογιστή και παρήγγειλε μια πίτσα ρομάνα από το εστιατόριο της γειτονιάς. Το ταλαιπωρημένο του στομάχι θα τον πρόδιδε ; Μετά από αυτή τη σοβιετίτιδα έπρεπε να αλλάξει ψυχοσύνθεση και mood. Να έφταιγε άραγε ο πυρετός; Να έφταιγαν άραγε οι χαμηλές θερμοκρασίες; Τελικά πέρασε την ασθένεια του με φάρμακο τον πόλεμο στη λήθη.
Κλείνοντας αυτό το ρέκβιεμ σε μια υπερδύναμη που άφησε τη δική της παρακαταθήκη στην ιστορία του αθλητισμού, αναρωτήθηκε αν μπορεί η σημερινή Ρωσία να επαναλάβει αυτά τα κατορθώματα; Το προσπαθούν, κάτι κάνουν, αλλά ΕΣΣΔ στον αθλητισμό δε θα ξαναβγεί μάλλον. Θλίψη τον κατέλαβε. Ήταν θαυμαστής της αθλητικής Σοβιετικής Ένωσης. Και το δηλώνει. Εξάλλου, για κάτι που δεν υπάρχει πια, δεν υπάρχουν και συνέπειες. Δεν κινδυνεύει να τον καταγράψει κάποια δυτική υπηρεσία ως φιλοκομμουνιστή. Αν εξυμνούσε τον Πούτιν, ίσως και να κινδύνευε στους μεταψυχροπολεμικούς καιρούς μιας νέας αντιπαράθεσης, πού, όμως, δεν τον ενδιαφέρει και δεν τον συγκινεί.
Τελικά κατάλαβε πως δε χρειαζόταν να γράψει τίποτα στο χαρτί. Παράτησε το στιλό, έκλεισε το τετράδιο, έσβησε το τσιγάρο και κινήθηκε εκ νέου προς τον υπολογιστή. Μια ξαφνική και αναίτια ανάγκη τον είχε κατακλύσει. Ήθελε να ψάξει φωτογραφίες της Αννα Ντιμιτρίεβιτς. Ποιος μπορεί να τον αδικήσει και ποιος θα μπορούσε να αντισταθεί στον πειρασμό... Ίσως να ήταν πιο ταιριαστό να αναζητήσει φωτό της Μίλα Γιόβοβιτς, αλλά αυτό το είχε κάνει πολλάκις και το είχε ψιλοξεπεράσει...

1 σχόλιο:
Πολύ συναρπαστικό το άρθο σου Κορνήλιε, συγχαρητήρια!
Δημοσίευση σχολίου